κορεσμός ή κόρος


κορεσμός ή κόρος
Η συνθήκη κατά την οποία, ύστερα από επαρκή αύξηση ενός αιτίου, η περαιτέρω αύξησή του δεν έχει καμία επίδραση στο προκύπτον αποτέλεσμα. Κ. εκδηλώνουν πολλά φυσικά φαινόμενα. (Φυσ.) Συνθήκη των ηλεκτρικών κυκλωμάτων κατά την οποία, όταν στην πορεία ενός φυσικού φαινομένου πραγματοποιείται αύξηση της τιμής ενός παράγοντα με συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αυτή δεν επιφέρει πια μεταβολή του αποτελέσματος αυτού, καθώς το φυσικό μέγεθος που περιγράφει το εν λόγω φαινόμενο έχει λάβει την τελική-μέγιστη τιμή του. Για παράδειγμα, σε μία δίοδη ηλεκτρική λυχνία, όσο αυξάνει η τάση, όλο και μεγαλύτερος αριθμός ηλεκτρονίων από τη στιβάδα του αρνητικού χώρου (κάθοδος) φτάνει στην άνοδο στη μονάδα του χρόνου, με αποτέλεσμα να αυξάνει το ηλεκτρικό ρεύμα. Όταν η ανοδική τάση γίνει αρκετά υψηλή ώστε όλα τα ηλεκτρόνια που παράγονται από τη θερμή κάθοδο στη μονάδα του χρόνου να φτάνουν στην άνοδο, τότε προκύπτει κ. και σχηματισμός ρεύματος κ. (μέγιστη τιμή ρεύματος). κ. των πυρηνικών δυνάμεων. Η τάση που έχουν οι πυρηνικές δυνάμεις να επενεργούν μόνο μεταξύ δύο νουκλεονίων (νετρονίων ή πρωτονίων) μέσα στον πυρήνα. Αντίθετα, στην περίπτωση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ηλεκτρικών φορτίων, οι δυνάμεις μεταξύ δύο φορτίων δεν εξαρτώνται από την παρουσία άλλων ηλεκτρικών φορτίων. Όταν υπάρχουν αρκετά φορτία σε έναν χώρο, οι δυνάμεις που επενεργούν μεταξύ τους είναι ίδιες με τις δυνάμεις που επενεργούν ανεξάρτητα μεταξύ κάθε ζεύγους φορτίων. Η ιδιότητα των πυρηνικών δυνάμεων είναι, κατά κάποιον τρόπο, παρόμοια με την ιδιότητα των χημικών δυνάμεων. Αν ένα άτομο άνθρακα ενωθεί με τέσσερα άτομα υδρογόνου για να σχηματίσουν ένα μόριο μεθανίου και δεν υπάρχει χώρος για ένα πέμπτο άτομο υδρογόνου, ο άνθρακας που έχει τέσσερα διαθέσιμα ηλεκτρόνια μοιράζεται καθένα από αυτά με ένα άτομο υδρογόνου. Με τον ίδιο τρόπο, τα νετρόνια και τα πρωτόνια στους πυρήνες είναι όλα συνδεδεμένα με την ίδια ενέργεια, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους. Μπορεί, επομένως, να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η προσθήκη ή η αφαίρεση νουκλεονίων από έναν πυρήνα δεν μεταβάλλει τις δυνάμεις που επενεργούν μεταξύ των πρωτονίων και των νετρονίων. Στην πραγματικότητα, η ιδιότητα αυτή δεν είναι αμετάβλητη και τα νουκλεόνια είναι πιο χαλαρά συνδεδεμένα στους πολύ ελαφρούς πυρήνες και κάπως ασθενικότερα συνδεδεμένα στους πολύ βαρείς πυρήνες σε σχέση με αυτούς που έχουν ενδιάμεσο αριθμό ηλεκτρονίων (η καμπύλη της ενέργειας σύνδεσης ως προς τον μαζικό αριθμό παρουσιάζει ένα μέγιστο για πυρήνες με ολικό αριθμό νουκλεονίων 62 και λαμβάνει μικρότερες τιμές εκατέρωθεν αυτού). Αυτές ακριβώς οι διαφορές στην ενέργεια σύνδεσης μπορούν να απελευθερωθούν στις μεταστοιχειώσεις που αποτελούν τις πηγές των πυρηνικών και θερμοπυρηνικών ενεργειών. μαγνητικός κ. Κατάσταση ενός σιδηρομαγνητικού υλικού που έχει τοποθετηθεί μέσα σε ένα μαγνητικό πεδίο τέτοιας έντασης ώστε οποιαδήποτε αύξησή της να μην έχει ως συνέπεια την αύξηση της μαγνήτισης του υλικού, που είναι πια ανεξάρτητη από το πεδίο. Τότε όλες σχεδόν οι ατομικές μαγνητικές ροπές είναι προσανατολισμένες παράλληλα με το εξωτερικό πεδίο. (Χημ.) Συνηθισμένα παραδείγματα κ. στη χημεία συναντώνται κατά τη διάλυση μιας ουσίας σε έναν διαλύτη και κατά την εξάτμιση ή εξάχνωση μιας ουσίας. Στην πρώτη περίπτωση, η συγκέντρωση του διαλύματος, το οποίο σχηματίζεται από τη διάλυση μιας ουσίας, αυξάνει συνεχώς μέχρι μια συγκεκριμένη τιμή, για την οποία ισχύει η εξής συνθήκη ισορροπίας: η ταχύτητα με την οποία η ουσία διαλύεται στον διαλύτη ισούται με την ταχύτητα με την οποία η διαλυμένη ουσία εγκαταλείπει το διάλυμα· η περαιτέρω προσθήκη ουσίας στο διάλυμα –πέρα από τη συνθήκη κ.– οδηγεί στον σχηματισμό ιζήματος, στην περίπτωση που η ουσία είναι στερεή, ή στη δημιουργία δύο υγρών φάσεων, όταν η ουσία είναι υγρή. Στη δεύτερη περίπτωση, ο κ. παρατηρείται όταν η ταχύτητα με την οποία ένα υγρό σώμα εξατμίζεται ή ένα στερεό σώμα εξαχνώνεται είναι ίση με την ταχύτητα με την οποία οι ατμοί επανασυμπυκνώνονται. Από όσα αναφέρθηκαν, είναι προφανές ότι στον κ. παρατηρείται η μεγαλύτερη συγκέντρωση διαλυμένης ουσίας ή ατμών, σε συγκεκριμένες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας. Είναι δυνατή, παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις, η δημιουργία υπέρκορων διαλυμάτων ή ατμών, στα οποία η συγκέντρωση έχει τιμές μεγαλύτερες από αυτές που αντιστοιχούν στη συνθήκη ισορροπίας ή κ. Τα υπέρκορα διαλύματα ή ατμοί είναι ασταθή και σύντομα μεταπίπτουν στην κατάσταση κ., αποβάλλοντας την πλεονάζουσα ποσότητα της ουσίας. Τέλος, ο όρος κ. αναφέρεται στην οργανική χημεία, για τη μετατροπή ενός διπλού ή τριπλού δεσμού σε απλό, με την προσθήκη κάποιου αντιδραστηρίου. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται, επίσης, ανόρθωση του διπλού ή τριπλού δεσμού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κόρος — (I) ο (ΑM κόρος) 1. πλησμονή, υπερπλήρωση («κόρον ἔχουσ ἐμῶν κακῶν», Ευρ.) 2. κορεσμός, χορτασμός («πάντων μὲν κόρος ἐστὶ καὶ ὕπνου καὶ φιλότητος», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. 1. το αίσθημα που ακολουθεί την πλήρη ικανοποίηση τών ενστίκτων 2. φρ. «κατά… …   Dictionary of Greek

  • κορεσμός — ο 1. κόρος, υπερπλήρωση, χορτασμός 2. (φυσ. χημ. μετεωρ.) κατάσταση ενός φυσικοχημικού ή άλλου συστήματος κατά την οποία ένα ορισμένο χαρακτηριστικό μέγεθος έχει αποκτήσει τη μέγιστη τιμή του, όπως είναι λ.χ. η κατάσταση τών κορεσμένων διαλυμάτων …   Dictionary of Greek

  • κορεννύω — (ΑM κορεννύω, Α και κορέννυμι και κορέω και κορέσκω [στη νεοελλ. συν. στον μέλλ., αόρ. και παρακμ.]) 1. γεμίζω κάτι όσο το δυνατό περισσότερο, υπερπληρώ «κορέσαι στόμα... ἐμᾱς σαρκός», Σοφ.) 2. προκαλώ σε κάποιον το αίσθημα τού χορτασμού ή… …   Dictionary of Greek

  • άδην — ἅδην και ἄδην επίρρ. (Α) 1. μέχρι κορεσμού, μέχρι αηδίας 2. ασταμάτητα, ατελείωτα 3. ἅλις* 4. φρ. «ἅδην έχω τινός», είμαι χορτασμένος, «μπουχτισμένος» από κάτι, τό έχω βαρεθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἅδην ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *sᾱ / sə «κόρος, κορεννύω,… …   Dictionary of Greek

  • βαίνω — (AM βαίνω) προχωρώ νεοελλ. εξελίσσομαι, φέρομαι («βαίνει προς βελτίωσιν») αρχ. μσν. βαδίζω, περπατώ μσν. 1. περνώ, διαβαίνω 2. προπορεύομαι αρχ. Ι. 1. ανεβαίνω («ἐπὶ νηός ἔβαινεν», «ἐφ ἵππων βάντες», «ἐπί πῶλον βεβῶσα», «βήσασθαι δίφρον») 2.… …   Dictionary of Greek

  • κορώνω — 1. κάνω κάτι διάπυρο, πυρακτώνω 2. εξερεθίζω, φλογίζω («το κρασί μέ κόρωσε») 3. πυρακτώνομαι, φλέγομαι 4. γίνομαι κατακόκκινος από θυμό, εξοργίζομαι 5. (για πάθος) φτάνω σε μεγάλη ένταση, εξάπτομαι («εκόρωσε το πείσμα του») 6. (για χώρο) γεμίζω… …   Dictionary of Greek

  • αιμακουρίες ή αιμακορίες — Πανάρχαιο ελληνικό έθιμο που είχε σχέση με τη λατρεία των νεκρών, κατά το οποίο γινόταν προσφορά αίματος στους τάφους επιφανών ηρώων. Στους τάφους αυτούς υπήρχε άνοιγμα από το οποίο άφηναν να ρεύσει το αίμα της προσφοράς έως τον νεκρό. Η… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.